
Yiannis Moralis, Epithalamion, 1975. Source: Monopoli.gr.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΖΕΥΓΟΥΣ
Αφορμή για να αναζητήσει ένα ζευγάρι θεραπεία μπορεί να αποτελέσουν οι επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις, η συναισθηματική ή σεξουαλική απομάκρυνση, η απιστία, οι δυσκολίες γύρω από τη γονεϊκότητα, μια σημαντική αλλαγή ή η αίσθηση ότι η σχέση έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Συχνά, οι δύο σύντροφοι δεν φέρνουν το ίδιο αίτημα ούτε κατανοούν με τον ίδιο τρόπο τι τους έχει οδηγήσει εκεί. Η απόκλιση αυτή δεν θεωρείται εμπόδιο που πρέπει να εξαλειφθεί, αλλά σημείο από το οποίο μπορεί να αρχίσει η εργασία.
Παρότι σε μια σχέση αναζητούνται η εγγύτητα, η ανταπόκριση και η αμοιβαία κατανόηση, η αναζήτηση αυτή συνοδεύεται συχνά από ματαιώσεις, παρεξηγήσεις και επαναλήψεις. Αυτό που περιγράφεται ως «πρόβλημα επικοινωνίας» δεν αφορά πάντοτε μόνο τον τρόπο με τον οποίο μιλούν οι σύντροφοι. Μπορεί να αφορά τα σημεία στα οποία συναντώνται —και δεν συναντώνται— οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ο καθένας επιθυμεί, αναζητά εγγύτητα και σχετίζεται με τον άλλον. Η αγάπη και η εγγύτητα δεν καταργούν αυτή τη διαφορά ούτε σημαίνουν ότι ο ένας μπορεί να αποτελέσει πλήρη απάντηση για τον άλλον.
Στη θεραπεία μπορεί να διερευνηθεί η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ο καθένας ζητά από τον σύντροφό του και σε αυτό που ο ίδιος επιθυμεί, φοβάται ή επαναλαμβάνει μέσα στη σχέση, χωρίς να του είναι πάντοτε σαφές. Ένα παράπονο προς τον άλλον μπορεί, για παράδειγμα, να συνυπάρχει με έναν τρόπο συμμετοχής στη σχέση μέσα στον οποίο η ίδια δυσκολία επανέρχεται. Η εργασία στρέφεται έτσι και στη θέση που καταλαμβάνει ο καθένας μέσα σε αυτή την επανάληψη.
Στις συναντήσεις επιδιώκεται να ακουστούν και οι δύο, χωρίς ο θεραπευτής να τοποθετείται ως δικαστής, διαμεσολαβητής ή ειδικός που θα αποφασίσει ποια εκδοχή της σχέσης είναι η ορθή. Η εργασία στρέφεται στα σημεία όπου οι προσδοκίες, οι απαιτήσεις, οι φόβοι και οι επιθυμίες των δύο συναντώνται, συγκρούονται ή δεν συμπίπτουν.
Η θεραπεία ζεύγους δεν έχει ως προκαθορισμένο στόχο ούτε τη διατήρηση της σχέσης ούτε τον χωρισμό. Δεν προϋποθέτει μια χαμένη αρμονία στην οποία το ζευγάρι οφείλει να επιστρέψει. Μπορεί να επιτρέψει να ειπωθούν όσα έχουν παραμείνει εγκλωβισμένα σε αλληλοκατηγορίες, σιωπές ή επαναλαμβανόμενες αντιπαραθέσεις και να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο έχει συγκροτηθεί η σχέση.
Η κοινή εργασία προϋποθέτει την ελεύθερη συμμετοχή και των δύο συντρόφων και μια βασική διάθεση από την πλευρά του καθενός να μιλήσει όχι μόνο για όσα κάνει ο άλλος, αλλά και για όσα τον αφορούν προσωπικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο πρέπει να έχουν το ίδιο κίνητρο, τον ίδιο βαθμό εμπλοκής ή έναν ήδη κοινό στόχο. Η δυνατότητα να διατυπωθούν οι διαφορές τους αποτελεί μέρος της ίδιας της θεραπευτικής διαδικασίας.
Η αναγνώριση της θέσης του καθενός δεν συνεπάγεται εξίσωση ούτε συμμετρική κατανομή της ευθύνης. Η βία, ο εξαναγκασμός, ο εκφοβισμός και η συστηματική ελεγκτική συμπεριφορά δεν αντιμετωπίζονται ως αμοιβαίο «επικοινωνιακό πρόβλημα». Όταν δεν υπάρχουν οι στοιχειώδεις συνθήκες ελεύθερης και ασφαλούς ομιλίας ή όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, η κοινή θεραπεία ζεύγους ενδέχεται να μην είναι κατάλληλη. Σε αυτές τις περιπτώσεις προηγούνται η ασφάλεια και η αναζήτηση της κατάλληλης υποστήριξης.
Η θεραπεία μπορεί να ανοίξει έναν χώρο μέσα στον οποίο το ζευγάρι επανεξετάζει όχι μόνο τι δεν λειτουργεί, αλλά και τι εξακολουθεί να συνδέει τους δύο συντρόφους. Τι ερώτημα θέτουν όσα επαναλαμβάνονται — και τι μπορεί, ενδεχομένως, να επινοηθεί διαφορετικά ανάμεσά τους;
