top of page

ΟΤΑΝ Ο ΥΠΝΟΣ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ: ΤΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ;

Είναι 3:17 τα ξημερώματα. Κοιτάζετε την ώρα και κάνετε τον πρώτο υπολογισμό: «Αν κοιμηθώ τώρα, μου μένουν ακόμη τέσσερις ώρες και σαράντα λεπτά». Στις 3:29 ξανακοιτάζετε. Στις 3:46 ο υπολογισμός γίνεται πιο δυσοίωνος. Τώρα δεν προσπαθείτε μόνο να κοιμηθείτε· παρακολουθείτε αν κοιμάστε. Κάπου εκεί μπορεί να αρχίζει ένα παράδοξο: ο ύπνος, κάτι που συνήθως συμβαίνει όταν παύουμε να τον ελέγχουμε, μετατρέπεται σε έργο που πρέπει να ολοκληρωθεί.

 

Η αϋπνία μπορεί βεβαίως να συνδέεται με πολλούς βιολογικούς, σωματικούς, περιβαλλοντικούς ή ψυχικούς παράγοντες και, όταν επιμένει, η διερεύνησή τους είναι σημαντική. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση δεν έρχεται να αντικαταστήσει αυτή τη διερεύνηση με μια έτοιμη «ψυχολογική αιτία». Θέτει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα: τι θέση έχει πάρει η αϋπνία στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου; Δύο άνθρωποι μπορεί να λένε ακριβώς το ίδιο —«δεν μπορώ να κοιμηθώ»— και να μιλούν για δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες.

 

Το άρθρο δεν προτείνει να αναζητήσουμε μία κρυφή αιτία πίσω από κάθε αϋπνία. Προτείνει να παρατηρήσουμε τη μορφή που παίρνει η δική μας αγρύπνια: μετράμε, προβλέπουμε, ξαναφέρνουμε στο μυαλό μας συζητήσεις, ακούμε, περιμένουμε, ονειρευόμαστε, ξυπνάμε, κάνουμε απολογισμούς — ή μένουμε απλώς ξύπνιοι χωρίς λόγια; Ο ύπνος δεν προϋποθέτει μόνο κούραση. Προϋποθέτει να αποσυρθούμε, έστω προσωρινά, από τη θέση από την οποία ελέγχουμε, απαντάμε ή επιτηρούμε. Το άρθρο εξετάζει τι συμβαίνει όταν αυτή η απόσυρση δυσκολεύει.

 

 

ΟΤΑΝ Ο ΥΠΝΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΗ

 

Σήμερα ο ύπνος μετριέται: ώρες, αφυπνίσεις, βαθύς ύπνος, REM, «βαθμολογία ύπνου». Το πρωί μια συσκευή μπορεί να μας ανακοινώσει ότι κοιμηθήκαμε άσχημα, ακόμη κι αν μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε αποφασίσει ότι η νύχτα ήταν αποτυχημένη. Ο Darian Leader κάνει εδώ μια πιο ιδιαίτερη παρατήρηση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ο σύγχρονος ύπνος μετριέται και αξιολογείται. Είναι ότι, όταν γίνει κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να συμβεί, μπορεί να μετατραπεί στο αντικείμενο γύρω από το οποίο οργανώνονται η προσδοκία, η αγωνία, ο έλεγχος και η απαίτηση. Τον περιμένουμε από το απόγευμα, φοβόμαστε ότι δεν θα έρθει, τον παρακολουθούμε όταν ξαπλώνουμε και τον υπολογίζουμε το επόμενο πρωί. Έτσι η αϋπνία δεν βρίσκεται πια μόνο μέσα στη νύχτα· γύρω της συγκροτείται ένας ολόκληρος λόγος (Leader, 2019).

 

Η ψυχαναλυτική αιχμή δεν είναι ότι «κατά βάθος θέλουμε» να μείνουμε ξύπνιοι. Το παράδοξο βρίσκεται αλλού: όταν η συνειδητή ευχή «θέλω να κοιμηθώ» σκληραίνει σε απαίτηση —«πρέπει να κοιμηθώ τώρα»— η ίδια η απαίτηση μπορεί να γίνει αυτό που μας κρατά ξύπνιους. Παραμένουμε στη θέση εκείνου που ελέγχει, περιμένει και απαιτεί ένα αποτέλεσμα από το ίδιο του το σώμα. Ο ύπνος, όμως, δεν υπακούει εύκολα σε αυτή την προσταγή. Η δυσκολία μπορεί να μην αρχίζει μόνο όταν ξυπνάμε στις τρεις τα ξημερώματα, αλλά όταν σκεφτόμαστε: «Δεν θα έπρεπε να είμαι ξύπνιος». Από εκείνη τη στιγμή η αφύπνιση δεν είναι πια απλώς κάτι που συνέβη· γίνεται ένα λάθος που πρέπει επειγόντως να διορθωθεί. Πότε, λοιπόν, η νύχτα έπαψε να είναι χρόνος ανάπαυσης και έγινε εξέταση που πρέπει να περάσουμε; Και τι συμβαίνει όταν ο ύπνος τελικά έρχεται, αλλά ένα όνειρο μας ξυπνά;

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΦΥΛΑΕΙ ΤΟΝ ΥΠΝΟ — ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΑΣ ΞΥΠΝΗΣΕΙ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η απαίτηση να κοιμηθούμε μάς κράτησε μέχρι εδώ στην πλευρά της αγρύπνιας. Τι γίνεται όμως όταν ο ύπνος τελικά έρχεται; Ο νους δεν απενεργοποιείται. Η σύγχρονη έρευνα βρίσκει ψυχική δραστηριότητα σε διαφορετικές φάσεις του ύπνου, και το όνειρο δεν ταυτίζεται απλουστευτικά με τον ύπνο REM. Η ψυχανάλυση έθεσε μια άλλη ερώτηση: όχι μόνο πότε ονειρευόμαστε, αλλά τι κάνει το όνειρο για τον ύπνο (Barbato, 2025). Για τον Freud (1900/2010), το όνειρο είναι ο φύλακας του ύπνου. Ένας θόρυβος, μια σωματική αίσθηση ή μια επιθυμία που επιμένει θα μπορούσαν να μας ξυπνήσουν. Το όνειρο προσπαθεί να τα ενσωματώσει σε μια σκηνή που επιτρέπει στον κοιμώμενο να συνεχίσει να κοιμάται. Δεν είναι ένα τυχαίο φιλμ που προβάλλεται όσο ο οργανισμός αναπαύεται· είναι μια εργασία μετασχηματισμού.

 

Η φροϋδική θέση ότι το όνειρο εκπληρώνει μια επιθυμία παρεξηγείται εύκολα. Δεν σημαίνει ότι κάθε όνειρο είναι ευχάριστο ή ότι πραγματοποιεί κάτι που θέλουμε συνειδητά. Αυτό που επιθυμούμε χωρίς να το γνωρίζουμε δεν συμπίπτει αναγκαστικά με την ευχαρίστηση. Αν κάτι εμφανιστεί στο όνειρο με τρόπο πολύ άμεσο ή δύσκολο να αντέξουμε, μπορεί να προκύψει αγωνία και να ξυπνήσουμε. Έτσι, η ίδια εργασία που προστατεύει τον ύπνο μπορεί να φτάσει στο όριό της και να τον διακόψει. Ο Freud πρότεινε να διαβάζουμε το όνειρο σαν έναν προσωπικό γρίφο: οι εικόνες μπορούν να λειτουργούν σαν λέξεις, ήχοι ή συλλαβές. Το όνειρο ενώνει πρόσωπα και τόπους, μεταφέρει το βάρος από κάτι κρίσιμο σε μια μικρή λεπτομέρεια και παίζει με ήχους και διπλές σημασίες (Bazan et al., 2019; Koukoumaki, 2008). Μια εικόνα δεν σημαίνει το ίδιο για όλους· η σημασία της εξαρτάται από τις λέξεις και τις συνδέσεις του ίδιου του ονειρευόμενου (Freud, 1900/2010).

 

Γι’ αυτό η ψυχαναλυτική ερώτηση δεν είναι «τι σημαίνει γενικά αυτό το σύμβολο;», αλλά «ποιες λέξεις εμφανίζονται όταν ο συγκεκριμένος άνθρωπος αφηγείται το όνειρο;» Κάτι που δεν φαινόταν στην εικόνα μπορεί να ακουστεί μόνο όταν το όνειρο περάσει στα λόγια. Εκεί η εικόνα μπορεί να αποκτήσει έναν απρόσμενο ήχο, μια λέξη να ανοίξει σε δύο νοήματα και μια μικρή λεπτομέρεια να οδηγήσει σε μια εντελώς προσωπική σύνδεση. Οι λέξεις δρουν ακόμη και στον ύπνο.

 

Ο ίδιος φύλακας, ωστόσο, μπορεί να μας ξυπνήσει. Ο Lacan προχωρεί το παράδοξο: ορισμένες φορές το όνειρο διακόπτεται ακριβώς όταν συναντά ένα σημείο που δεν μπορεί να εντάξει σε μια ιστορία ανεκτή για τον ονειρευόμενο. Ξυπνάμε στο γνώριμο δωμάτιο, και η καθημερινή πραγματικότητα μπορεί να λειτουργήσει σαν καταφύγιο από εκείνο που διέκοψε το όνειρο. Από εδώ προκύπτει η προκλητική φράση ότι μπορεί να ξυπνάμε για να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε: όχι επειδή η πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά επειδή και η εμπειρία της οργανώνεται από νοήματα, φαντασιώσεις και επιθυμίες (Lacan, 1973/1998a; Koretzky, 2020).

 

Το όριο αυτό φαίνεται καθαρότερα στον εφιάλτη και στο τραυματικό όνειρο, χωρίς αυτά τα δύο να είναι το ίδιο. Σε ορισμένα τραυματικά όνειρα, η ίδια σκηνή επιστρέφει σχεδόν αμετάβλητη. Η επανάληψη μπορεί να είναι μια προσπάθεια να δοθεί μορφή και να μπουν σε λόγια όσα υπήρξαν αφόρητα. Ταυτόχρονα δείχνει ότι ένα μέρος της εμπειρίας δεν έχει ακόμη βρει θέση σε μια αφήγηση. Το όνειρο, λοιπόν, δεν προσφέρει πάντα ένα καθαρό μήνυμα· μπορεί να φανερώνει και το σημείο όπου οι εικόνες και οι λέξεις δεν αρκούν (Koretzky, 2012).

 

Η χρήσιμη ερώτηση δεν είναι λοιπόν «τι σημαίνει το όνειρό μου;» σαν να υπήρχε μία σωστή μετάφραση. Μπορούμε να ρωτήσουμε κάτι πιο ακριβές: υπήρχαν όνειρα ή εφιάλτες την περίοδο που άρχισε να αλλάζει ο ύπνος; Όταν ξυπνώ απότομα, τι μένει από τη στιγμή της αφύπνισης — ένας ήχος, μια εικόνα, μια φράση ή ένα σωματικό αίσθημα; Όχι για να ερμηνεύσουμε βιαστικά τη νύχτα, αλλά για να δούμε, στο φως της ημέρας, ποιο νήμα μπορεί να συνδέει το όνειρο, την αφύπνιση και τη ζωή μας. Μερικές φορές κάτι αντίστοιχο εμφανίζεται στην αγρύπνια: η συνομιλία συνεχίζεται, μολονότι κανείς δεν μας μιλά.

 

 

ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ ΝΑ ΑΠΑΝΤΩ;

 

Το δωμάτιο έχει σκοτεινιάσει, αλλά η συνομιλία συνεχίζεται χωρίς συνομιλητή. Είναι δύο το πρωί. Το email έχει ήδη σταλεί, αλλά ξαναγράφετε νοερά την απάντησή σας. Η συζήτηση με τον σύντροφό σας τελείωσε πριν από ώρες, αλλά τώρα βρίσκετε εκείνη τη φράση που «έπρεπε» να είχατε πει. Αύριο υπάρχει μια δύσκολη συνάντηση και, ξαπλωμένοι στο σκοτάδι, την έχετε ήδη πραγματοποιήσει νοερά για πέμπτη φορά. Κανείς δεν βρίσκεται πραγματικά μπροστά σας. Σε ποιον, λοιπόν, εξακολουθείτε να απαντάτε;

 

Μερικές φορές δεν απαντάμε μόνο στο πρόσωπο που ήταν μπροστά μας. Απαντάμε και σε ό,τι πιστεύουμε ότι αναμένεται από εμάς: τι πρέπει να πούμε, πώς πρέπει να φερθούμε, τι σημαίνουμε για τον άλλον. Προσπαθούμε να μαντέψουμε τι ήθελε, αν τον απογοητεύσαμε ή αν εξακολουθεί να μας αναγνωρίζει. Καμία απάντηση, όμως, δεν μας βεβαιώνει οριστικά για το τι είμαστε για τους άλλους. Γι’ αυτό μια συνομιλία μπορεί να έχει τελειώσει και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζεται μέσα μας. Όταν ζητάμε κάτι από έναν άνθρωπο, συχνά δεν ζητάμε μόνο το ίδιο το πράγμα. Μπορεί ταυτόχρονα να ζητάμε να μας ακούσει, να μας προσέξει ή να μας δείξει ότι ο δεσμός παραμένει. Καμία απάντηση δεν καλύπτει πλήρως όλα όσα ζητούνται μέσα σε ένα αίτημα (Soler, 2009). Έτσι, πίσω από το «τι μου είπε;» μπορεί να επιμένει το «τι ήθελε από μένα;» — και μαζί του, «τι είμαι εγώ γι’ αυτόν;». Η συνομιλία έχει τελειώσει, αλλά το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Οι λέξεις, όμως, δεν μας επηρεάζουν μόνο μέσα από το νόημά τους. Μια προσφώνηση, ένας τόνος φωνής, μια αμφίσημη φράση ή μια παλιά προσταγή μπορεί να μας αγγίξει πριν ακόμη καταλάβουμε τι σημαίνει για εμάς. Μπορεί να αφήσει ίχνος στον τρόπο που το σώμα σφίγγεται, περιμένει ή μένει σε επιφυλακή. Η ψυχανάλυση δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή τη στενή σχέση ανάμεσα στις λέξεις και το σώμα (Lacan, 1975/1998b; Soler, 2014).

 

Γι’ αυτό δεν αρκεί πάντα να ρωτάμε μόνο «τι σκέφτομαι;». Μια φράση μπορεί να έχει ξεχαστεί ως ιστορία και παρ’ όλα αυτά να επιμένει ως τρόπος αναμονής, έντασης ή επαγρύπνησης. Το σώμα μπορεί να συνεχίζει να αντιδρά, ακόμη κι όταν δεν βρίσκουμε τις κατάλληλες λέξεις για να εξηγήσουμε τι συμβαίνει (Soler, 2016). Ίσως λοιπόν μια δεύτερη ερώτηση να είναι: «τι, μέσα σε όσα άκουσα και επαναλαμβάνω, δεν με αφήνει να αποδεσμευτώ;».

 

 

ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΡΑΤΑ ΑΚΟΜΗ ΒΑΡΔΙΑ

 

Το σπίτι μπορεί να έχει ησυχάσει. Το σώμα, όμως, κρατά ακόμη βάρδια. Υπάρχουν άνθρωποι που κάποτε είχαν πράγματι λόγο να μην κοιμούνται βαθιά. Ένα παιδί άκουγε μήπως οι γονείς του τσακώνονταν στο διπλανό δωμάτιο. Μια μητέρα περίμενε να ακούσει το μωρό. Κάποιος φρόντιζε έναν άρρωστο άνθρωπο. Κάποιος άλλος είχε συνηθίσει να μένει ξύπνιος ώσπου να επιστρέψει ένα πρόσωπο στο σπίτι. Σε ορισμένες οικογένειες, το να «κοιμάσαι με το ένα αυτί ανοιχτό» δεν ήταν μεταφορά αλλά τρόπος ζωής. Κάποτε η επαγρύπνηση ήταν αναγκαία. Χρόνια αργότερα, μπορεί να μη χρειάζεται πια κανείς φύλαξη. Η ψυχανάλυση ενδιαφέρεται για αυτή την επιμονή: όχι επειδή κάθε σημερινή αϋπνία εξηγείται από ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά επειδή ένας τρόπος να βρισκόμαστε στον κόσμο μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί όταν οι συνθήκες που τον δημιούργησαν έχουν πάψει να υπάρχουν.

 

Σε ένα παράδειγμα που συζητά ο Darian Leader, ένας άνδρας θυμόταν πως, παιδί ακόμη, έμενε τη νύχτα με το αυτί στραμμένο στο διπλανό δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε ανάμεσα στη μητέρα του και τον σύντροφό της. Δεν επαγρυπνούσε μόνο απέναντι σε έναν πιθανό κίνδυνο. Βρισκόταν έξω από τη σκηνή, αλλά αιχμάλωτος των ήχων της· αποκλεισμένος από ό,τι συνέβαινε, αλλά νιώθοντας ότι δεν έπρεπε να χάσει τίποτε. Μέσα από τους συνειρμούς που αναδύθηκαν στην ψυχοθεραπεία, το να κοιμηθεί μπορούσε να σημαίνει ότι δεν θα ήξερε — ίσως και ότι θα εγκατέλειπε κάτι που αισθανόταν πως όφειλε να επιτηρεί. Αργότερα τα πρόσωπα και οι αφορμές άλλαξαν, αλλά επέστρεφε ένας παρόμοιος τρόπος να μένει σε εγρήγορση. Η αϋπνία τον επανέφερε στην ίδια θέση: έξω από τη σκηνή, δεμένο με το ερώτημα τι συμβαίνει στους άλλους και ανίκανο να αποσυρθεί (Leader, 2019).

 

Μια δυσκολία όπως η αϋπνία δεν μένει αναγκαστικά δεμένη με μία μοναδική σημασία. Μπορεί να μετακινείται και να συνδέεται με διαφορετικές εμπειρίες μέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό η ερώτηση δεν είναι μόνο «ποιο παλιό γεγονός επαναλαμβάνεται;», αλλά «σε ποια θέση βρίσκομαι ξανά κάθε φορά που η νύχτα απαιτεί να μείνω ξύπνιος;». Αυτοί είναι πιθανοί δρόμοι κατανόησης, όχι ένα σταθερό ψυχολογικό πορτρέτο του ανθρώπου που δεν κοιμάται. Η φαινομενικά ίδια αϋπνία μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικό ρόλο στη ζωή κάποιου άλλου.

 

Κι αν το να μένω ξύπνιος κάνει κάτι για μένα; Η συνηθισμένη ερώτηση είναι «τι με εμποδίζει να κοιμηθώ;». Η ψυχανάλυση επιτρέπει μερικές φορές μια πιο ενοχλητική αντιστροφή: «τι δεν θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσω όσο παραμένω ξύπνιος;». Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος επιλέγει την αϋπνία του ή ότι κατά βάθος «θέλει» να μην κοιμάται. Σημαίνει ότι μια δυσκολία μπορεί να μας ταλαιπωρεί και συγχρόνως να έχει αποκτήσει έναν ρόλο: να κρατά κάτι σε απόσταση, να διατηρεί μια αίσθηση ελέγχου ή να μας τοποθετεί ξανά σε μια γνώριμη θέση. Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει, λοιπόν, την αϋπνία μόνο σαν ένα κρυμμένο μήνυμα που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί. Εξετάζει και τι διατηρείται μέσα από την επανάληψή της (Nikolaidou, 2008; Soler, 2014, 2016). Γι’ αυτό η κατανόηση του «γιατί» δεν αρκεί πάντοτε για να αλλάξει αυτό που συμβαίνει.

 

Με αφετηρία τη θέση της Soler (1988) για το όνειρο, μπορούμε να σκεφτούμε μία πιθανότητα — όχι μία γενική εξήγηση: σε ορισμένες περιπτώσεις η αγρύπνια μπορεί να κρατά σε απόσταση κάτι που το όνειρο θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τι είναι αυτό. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη μετατόπιση του ερωτήματος: από το «πώς θα εξαφανίσω την αϋπνία;» προς το «τι μου συμβαίνει όταν δεν κοιμάμαι;».

 

 

ΟΤΑΝ Η ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ

Η ημέρα έχει κλείσει, αλλά μέσα στη νύχτα παραμένει ανοιχτός ένας λογαριασμός που δεν ξέρει να τελειώνει. Τότε αρχίζει ο απολογισμός: τι δεν έκανα, σε ποιον δεν απάντησα, ποιον δεν φρόντισα αρκετά, τι θα έπρεπε να είχα κάνει διαφορετικά, τι έμεινε για αύριο. Για κάποιους ανθρώπους, ακόμη και ο ύπνος μπορεί να μοιάζει με εγκατάλειψη καθήκοντος, σαν η ξεκούραση να είναι κάτι που δεν δικαιούνται ακόμη. Η απαίτηση παίρνει τότε τη μορφή μιας σκληρής εσωτερικής φωνής: πρέπει να κάνω περισσότερο, πρέπει να φροντίσω περισσότερο, δεν πρέπει να σταματήσω. Και το ιδιαίτερο με αυτή την προσταγή είναι ότι δεν ικανοποιείται. Το «έκανα αρκετά» μετατρέπεται αμέσως σε «θα μπορούσα να είχα κάνει περισσότερο».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε ένα άλλο παράδειγμα που παραθέτει ο Leader, η αϋπνία ενός άνδρα εμφανίστηκε όταν η ασθένεια της μητέρας του έδωσε εκ των υστέρων νέο βάρος στις νυχτερινές βάρδιες που εκείνη έκανε για να πληρώσει τις σπουδές του. Δεν ξάπλωνε αναλογιζόμενος συνειδητά τη θυσία της ούτε έλεγε στον εαυτό του ότι της χρωστούσε. Στην πορεία της ψυχοθεραπείας, όμως, οι άγρυπνες νύχτες της απέκτησαν τη δύναμη μιας προσταγής: αφού εκείνη είχε μείνει ξύπνια για χάρη του, ο δικός του ύπνος μπορούσε να βιώνεται σαν αδικαιολόγητη ανάπαυση. Η αϋπνία έμοιαζε να κάνει το σώμα του τόπο αποπληρωμής, σαν να μπορούσε, μένοντας και ο ίδιος ξύπνιος, να της επιστρέψει κάτι από τον χρόνο που είχε δώσει και την εξάντληση που είχε υποστεί (Leader, 2019).

 

Η ενοχή εδώ δεν μαρτυρούσε κάποιο πραγματικό παράπτωμα. Εμφανιζόταν τη στιγμή που η δυνατότητά του να αφεθεί στον ύπνο υποχωρούσε μπροστά σε μια σκληρή εσωτερική προσταγή. Και αυτή η προσταγή δυνάμωνε όσο περισσότερο την υπάκουε: όσο περισσότερο φαινόταν να εξοφλεί το χρέος στερώντας από τον εαυτό του τον ύπνο, τόσο περισσότερο επιβεβαίωνε ότι ήταν χρεωμένος. Ορισμένα χρέη δεν εξοφλούνται με χρήματα, γιατί η ενοχή δεν θυμίζει απλώς το χρέος — το αναπαράγει.

 

 

ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ

 

Ορισμένες προσταγές δεν σιωπούν απλώς επειδή τελείωσε η ημέρα. Δεν εμφανίζεται όμως κάθε αϋπνία με τη μορφή μιας φράσης, μιας ενοχής ή μιας σκέψης που επαναλαμβάνεται. «Δεν σκέφτομαι τίποτε. Απλώς δεν κοιμάμαι.» Υπάρχουν νύχτες όπου δεν υπάρχει email, καβγάς, πρόβλημα ή αυριανή συνάντηση. Η σκέψη λέει «τίποτε». Το σώμα, όμως, εξακολουθεί να περιμένει. Στις τέσσερις το πρωί, το σπίτι είναι το ίδιο και παρ’ όλα αυτά δεν προσφέρει την ίδια οικειότητα. Ακούγεται το βουητό του ψυγείου, ένας σωλήνας που τρίζει, ένα αυτοκίνητο που περνά στον δρόμο. Οι άλλοι κοιμούνται πίσω από κλειστές πόρτες. Κανείς δεν ζητά τίποτε, κανείς δεν χρειάζεται απάντηση — κι όμως το σώμα παραμένει σαν να έχει ακόμη κάτι να περιμένει.

 

Το ότι δεν υπάρχει μια καθαρή σκέψη δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι ήρεμο. Μερικές φορές η αγωνία γίνεται αισθητή πριν μπορέσουμε να πούμε από πού έρχεται: σαν εγγύτητα, πίεση ή αόριστη αναμονή. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι πίσω από κάθε άγρυπνη νύχτα κρύβεται ένα συγκεκριμένο γεγονός. Αρκεί να αναγνωρίσουμε ότι κάτι μπορεί να μας αγγίζει χωρίς ακόμη να έχει πάρει τη μορφή σκέψης. Το σώμα μπορεί να παραμένει σε επιφυλακή ακόμη κι όταν το μυαλό λέει «δεν σκέφτομαι τίποτε». Τι περιμένει το σώμα όταν η σκέψη λέει ότι δεν περιμένει τίποτε; (Lacan, 2004/2014; Soler, 2016).

 

 

ΤΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ;

 

Δεν υπάρχει μία ψυχαναλυτική απάντηση στο «γιατί δεν κοιμάμαι;». Κάποιες φορές αυτό που επιμένει έχει τη μορφή λέξεων: κάτι που νιώθουμε ότι μας ζητήθηκε και στο οποίο δεν απαντήσαμε, μια προσταγή που δεν επιτρέπει να σταματήσουμε, ένα χρέος που δεν εξοφλείται. Άλλες φορές επιμένει μια θέση: εκείνου που πρέπει να παραμένει διαθέσιμος, να ακούει, να προσέχει, να μην του διαφύγει τι μπορεί να συμβεί στους άλλους. Και άλλοτε επιμένει κυρίως ένα αίσθημα στο σώμα, χωρίς να σχηματίζεται κάποια συγκεκριμένη φράση.

 

Το σημαντικό, λοιπόν, δεν είναι μόνο να βρούμε το σωστό «γιατί». Είναι να παρατηρήσουμε τι επανέρχεται: ποια φράση, ποια προσδοκία, ποια σωματική ένταση, ποια θέση απέναντι στους άλλους. Μια παλιά κατάσταση μπορεί να έχει τελειώσει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μάθαμε να την αντιμετωπίζουμε να συνεχίζει να λειτουργεί (Lacan, 1975/1998b; Soler, 2014).

 

Όταν έχουμε ήδη καταλάβει «γιατί» κάτι συμβαίνει και παρ’ όλα αυτά συνεχίζεται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθήσαμε αρκετά ή ότι η κατανόηση απέτυχε. Η κατανόηση είναι σημαντική, αλλά ο τρόπος που οι λέξεις, οι συνήθειες και το σώμα έχουν δεθεί μεταξύ τους μπορεί να χρειάζεται χρόνο για να αλλάξει. Η θεραπευτική εργασία δεν αναζητά μία εξήγηση που θα λύσει τα πάντα· δημιουργεί χώρο ώστε αυτός ο προσωπικός τρόπος αντίδρασης να χαλαρώσει ή να μεταμορφωθεί (Soler, 2014, 2016). Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αϋπνία χρειάζεται ψυχοθεραπεία. Δείχνει τι μπορεί να διερευνηθεί όταν η αϋπνία έχει αποκτήσει σημαντική θέση στη ζωή κάποιου.

 

Το πρακτικό ερώτημα —«πώς θα καταφέρω να κοιμηθώ;»— παραμένει ασφαλώς σημαντικό, ιδιαίτερα όταν η εξάντληση είναι μεγάλη. Δεν είναι όμως πάντοτε το μόνο. Ίσως αξίζει, στο φως της ημέρας, να κρατήσουμε και κάποιες άλλες ερωτήσεις: Σε ποιον εξακολουθώ να απαντώ, ενώ κανείς δεν μου μιλά; Τι θα έμενε αφύλακτο αν έπαυα για λίγες ώρες να προσέχω; Σε ποια απαίτηση, σε ποιο χρέος ή σε ποιο αίνιγμα θα έπαυα να ανταποκρίνομαι αν αφηνόμουν στον ύπνο; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις που χρειάζεται να απαντηθούν στις 3:17 το πρωί. Η νύχτα δεν χρειάζεται να γίνει ακόμη μία ώρα αυτοεξέτασης. Είναι ερωτήσεις για το φως της ημέρας ή για έναν θεραπευτικό χώρο, όπου μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς βιασύνη.

 

Η ψυχαναλυτικά προσανατολισμένη εργασία δεν δίνει μια έτοιμη εξήγηση του τύπου «δεν κοιμάσαι επειδή φοβάσαι να χάσεις τον έλεγχο» ή «επειδή αισθάνεσαι ενοχή». Μια τέτοια απάντηση θα έκλεινε πολύ γρήγορα το ερώτημα. Ακολουθεί τις ιδιαίτερες λέξεις, τις αμφισημίες, τις επαναλήψεις και τις σιωπές του κάθε ανθρώπου. Προσέχει επίσης τον τρόπο που η δυσκολία εμφανίζεται στο σώμα και στην καθημερινότητά του, ώστε να γίνει κατανοητός ο ιδιαίτερος ρόλος που έχει αποκτήσει η αϋπνία στη ζωή του.

 

Ο ύπνος απαιτεί να αφήσουμε για λίγο αναπάντητα όσα μας απασχολούν και να πάψουμε να επιτηρούμε τον κόσμο. Όταν αυτό δυσκολεύει, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι με κρατά ξύπνιο;», αλλά και «τι δυσκολεύομαι να αφήσω, έστω για λίγες ώρες;».

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Barbato, G. (2025). The guardian of dreams: The neglected relationship between sleep and psychoanalysis. Brain Sciences, 15(3), 281. https://doi.org/10.3390/brainsci15030281

 

Bazan, A., Olyff, G., & Bruxelmane, J. (2019). À propos des choses et des lettres dans le rêve. Savoirs et clinique, 25, 26–33. https://doi.org/10.3917/sc.025.0026

 

Freud, S. (2010). The interpretation of dreams: The complete and definitive text (J. Strachey, Trans. & Ed.). Basic Books. (Original work published 1900)

 

Koretzky, C. (2012). Le trauma dans l’autre scène: Rêves concentrationnaires et post-concentrationnaires. In C. Page (Ed.), Écritures théâtrales du traumatisme: Esthétiques de la résistance (pp. 105–116). Presses universitaires de Rennes. https://books.openedition.org/pur/220890

 

Koretzky, C. (2020). Knocked (O. Ranzani, Interviewer; G. Cloutour-Monribot, Trans.). Ironik!, 41, 1–5. https://www.lacan-universite.fr/wp-content/uploads/2020/06/Ironik-41_AlaUne.pdf

Koukoumaki, M. (2008). Όνειρο, η βασιλική οδός για το ασυνείδητο. Στο Μ. Νικολαΐδου (Επιμ.), Τετράδια: Από την υστερία στον Υστερικό Λόγο—Τι είναι το ασυνείδητο στην κλινική; (Τεύχ. 2, σσ. 41–44). Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου της Αθήνας.

 

Lacan, J. (1998a). The four fundamental concepts of psycho-analysis: The seminar of Jacques Lacan, Book XI (J.-A. Miller, Ed.; A. Sheridan, Trans.). W. W. Norton & Company. (Original work published 1973)

 

Lacan, J. (1998b). On feminine sexuality, the limits of love and knowledge: The seminar of Jacques Lacan, Book XX, Encore, 1972–1973 (J.-A. Miller, Ed.; B. Fink, Trans.). W. W. Norton & Company. (Original work published 1975)

 

Lacan, J. (2014). Anxiety: The seminar of Jacques Lacan, Book X (J.-A. Miller, Ed.; A. R. Price, Trans.). Polity Press. (Original work published 2004)

 

Leader, D. (2019). Why can’t we sleep? Hamish Hamilton.

 

Nikolaidou, M. (2008). Σύμπτωμα και ασυνείδητη ικανοποίηση. Στο Μ. Νικολαΐδου (Επιμ.), Τετράδια: Από την υστερία στον Υστερικό Λόγο—Τι είναι το ασυνείδητο στην κλινική; (Τεύχ. 2, σσ. 50–55). Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου της Αθήνας.

 

Soler, C. (1988). Acerca del sueño. In Finales de análisis (pp. 75–82). Manantial.

 

Soler, C. (2009). Η σύσταση του υποκειμένου. Στο Μ. Νικολαΐδου (Επιμ.), Τετράδια: Κλινική και δομή (Τεύχ. 3, σσ. 6–18). Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου της Αθήνας.

 

Soler, C. (2014). Lacan—The unconscious reinvented (E. Faye & S. Schwartz, Trans.). Karnac Books. (Original work published 2009)

 

Soler, C. (2016). Lacanian affects: The function of affect in Lacan’s work (B. Fink, Trans.). Routledge. (Original work published 2011)

Painting "The nightmare"
Painting "Nonchaloir"

Henry Fuseli, The Nightmare, 1781. Public domain.

John Singer Sargent, Nonchaloir (Repose), 1911. Public domain (Open Access).

©2026  Δρ. Ανδρέας Βασιλείου  |  ΣΕΨ, BPS, AFBPsS, RAPPS, HCPC, UKCP, FHEA

bottom of page