
René Magritte, The Healer, 1937. Source: DACS Images.
ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ & ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το επαγγελματικό και δεοντολογικό πλαίσιο καθιστά σαφές πώς οργανώνεται η κλινική εργασία και ποια είναι τα όριά της. Δεν αποτελεί ένα ουδέτερο περίβλημα της θεραπείας, αλλά διαμορφώνει τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή μπορεί να αρχίσει, να συνεχιστεί ή να διακοπεί, χωρίς να εγγυάται την πορεία ή την έκβασή της.
ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Στην αρχική συνάντηση, κάποιος έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για ό,τι τον φέρνει στην ψυχοθεραπεία και να αρχίσει να διερευνά τι ζητά από αυτήν. Αυτό που παρουσιάζεται αρχικά ως λόγος προσέλευσης δεν θεωρείται ότι εξαντλεί το αίτημα, καθώς μέσα από την ομιλία μπορεί να μετακινηθεί, να αποκτήσει διαφορετική μορφή ή να αναδείξει κάτι που δεν ήταν εξαρχής εμφανές.
Παρότι έχει ήδη κλινικό χαρακτήρα, η αρχική συνάντηση δεν προϋποθέτει ότι η θεραπεία θα συνεχιστεί. Μαζί με όσα φέρνουν κάποιον στη θεραπεία, συζητούνται ο τρόπος και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η εργασία, καθώς και οτιδήποτε χρειάζεται να διευκρινιστεί πριν από μια ενδεχόμενη συνέχιση. Η θεραπεία συνεχίζεται εφόσον τα ζητήματα αυτά έχουν αποσαφηνιστεί και ο θεραπευόμενος, έχοντας ενημερωθεί, συναινεί ελεύθερα στη συνέχισή της. Δεν χρησιμοποιείται τυποποιημένο γραπτό θεραπευτικό συμβόλαιο· οι απαραίτητες διευκρινίσεις γίνονται μέσα από τη συζήτηση κατά την έναρξη και μπορούν να επανεξετάζονται όταν αυτό χρειάζεται.
ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΗ
Η ψυχοθεραπεία διεξάγεται μέσα σε ένα σαφές και σταθερό πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει τη μορφή και τη συχνότητα των συναντήσεων, την εμπιστευτικότητα και τις πρακτικές διευθετήσεις που τις συνοδεύουν. Η σαφήνεια και η σταθερότητα του πλαισίου υποστηρίζουν τη συνέχεια της θεραπείας, χωρίς να προκαθορίζουν ούτε όσα θα ειπωθούν ούτε την πορεία που αυτή θα πάρει.
Η συνέπεια στις συναντήσεις αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του πλαισίου, χωρίς η δέσμευση στη θεραπεία να εξαντλείται στην τήρηση όσων έχουν συμφωνηθεί. Η διατήρηση του πλαισίου, τα όρια της θεραπείας και οι κλινικές παρεμβάσεις παραμένουν ευθύνη του θεραπευτή, χωρίς αυτό να αποκλείει την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο οργανώνονται οι συναντήσεις καθώς η εργασία προχωρά. Η συνολική διάρκεια της θεραπείας δεν προκαθορίζεται και, όταν τίθεται το σχετικό ζήτημα, η ολοκλήρωσή της, μια ενδεχόμενη παύση ή η διακοπή της συζητούνται, εφόσον αυτό είναι δυνατό, μέσα στην ίδια τη θεραπευτική διαδικασία.
ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Το θεραπευτικό πλαίσιο διέπεται από την αρχή της εμπιστευτικότητας και όσα λέγονται κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας τηρούνται απόρρητα, σύμφωνα με τις ισχύουσες επαγγελματικές, δεοντολογικές και νομικές υποχρεώσεις. Το απόρρητο δεν αίρει τη δυσκολία ούτε τα όρια που μπορεί να συναντά η ομιλία· προστατεύει, όμως, τον τόπο στον οποίο κάποιος μπορεί να μιλήσει χωρίς τα λεγόμενά του να αντιμετωπίζονται ως πληροφορίες διαθέσιμες σε τρίτους. Όταν κλινικό υλικό συζητείται στο πλαίσιο επαγγελματικής εποπτείας, αυτό γίνεται αποκλειστικά για κλινικούς σκοπούς και χωρίς περιττά αναγνωριστικά στοιχεία.
Χωρίς τη συγκατάθεση του θεραπευομένου, εμπιστευτικές πληροφορίες κοινοποιούνται μόνο όταν αυτό επιτρέπεται ή επιβάλλεται από τον νόμο ή όταν η κοινοποίησή τους είναι αναγκαία για την προστασία του ίδιου ή άλλων από σοβαρή βλάβη, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων που αφορούν την προστασία παιδιού ή ευάλωτου ενήλικα. Ακόμη και τότε, κοινοποιούνται μόνο οι απολύτως αναγκαίες πληροφορίες και, όταν αυτό είναι εφικτό και κατάλληλο, ο θεραπευόμενος ενημερώνεται εκ των προτέρων.
Τα προσωπικά δεδομένα που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή της θεραπείας τηρούνται εμπιστευτικά και διαχειρίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις προστασίας δεδομένων. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στην Ενημέρωση για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων.
ΗΘΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Η τήρηση του επαγγελματικού και δεοντολογικού πλαισίου είναι αναγκαία, χωρίς όμως να εξαντλεί την κλινική ευθύνη. Η ηθική που προσανατολίζει τη θεραπεία δεν συνίσταται στην εφαρμογή ενός προτύπου ψυχικής υγείας, προσαρμογής ή «ορθής» ζωής. Η κλινική γνώση και η εμπειρία μπορούν να δίνουν κατεύθυνση στην εργασία, δεν παρέχουν όμως ένα μέτρο για το πώς οφείλει να ζήσει ο θεραπευόμενος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κλινική ουδετερότητα δεν σημαίνει αδιαφορία, παθητικότητα ή αποχή από την ευθύνη. Αφορά την αναστολή των έτοιμων κρίσεων και των προσωπικών ή κοινωνικών ιδεωδών που θα μπορούσαν να προκαθορίσουν τι πρέπει να θεωρηθεί επιθυμητή έκβαση, ώστε όσα φέρνει ο θεραπευόμενος να μπορούν να ακουστούν χωρίς να εντάσσονται αμέσως σε μια προκατασκευασμένη εξήγηση. Η γνώση αυτή στηρίζει την ακρόαση, χωρίς να χρησιμοποιείται ως έτοιμη απάντηση για το τι σημαίνουν τα λεγόμενα του θεραπευομένου ή για το πού πρέπει να οδηγηθεί η θεραπεία.
Η κλινική ευθύνη αφορά, επομένως, την κατεύθυνση της θεραπείας και όχι την κατεύθυνση της ζωής του θεραπευομένου. Περιλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο ο θεραπευτής ακούει και παρεμβαίνει, όπως και τις συνέπειες που μπορεί να έχουν οι παρεμβάσεις του. Η θέση του θεραπευτή ενέχει αναπόφευκτα μια ασυμμετρία επιρροής, καθώς μπορεί να του αποδίδεται μια γνώση για όσα προκαλούν την οδύνη· η ευθύνη βρίσκεται ακριβώς στο να μη χρησιμοποιείται αυτή η επιρροή για να επιβληθούν έτοιμες ερμηνείες, να κατευθυνθεί η ζωή του θεραπευομένου ή να καλλιεργηθεί εξάρτηση.
Οι γενικές αρχές θέτουν αναγκαία όρια και προσανατολίζουν την κλινική εργασία, δεν μπορούν όμως να προδιαγράψουν πλήρως την απόφαση σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Μια παρέμβαση δεν δικαιώνεται μόνο από την καλή πρόθεση που τη συνοδεύει ή από την επίκληση ενός γενικού κανόνα· κρίνεται και από τις συνέπειες που παράγει στη συγκεκριμένη θεραπεία. Γι’ αυτό και η ευθύνη για τις κλινικές αποφάσεις δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε έναν κανόνα.
Μια τέτοια θέση δεν αναιρεί την ευθύνη για τα όρια της θεραπείας, την ασφάλεια και την προστασία, ούτε την ανάγκη να αναγνωρίζονται τα όρια της κλινικής επάρκειας. Όταν προκύπτει σοβαρός κίνδυνος, λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα και, όπου χρειάζεται, συζητείται η δυνατότητα παραπομπής σε κατάλληλο ειδικό ή υπηρεσία.
