top of page
1.png

Yannis Gaitis, Facing each other, 1978. Source: Bonhams.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η σύγχρονη ζωή χαρακτηρίζεται από επίμονες επιταγές να απολαμβάνει κανείς και αδιάκοπες απαιτήσεις για κατανάλωση, ταχύτητα, παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα. Υποσχέσεις για γρήγορη μεταμόρφωση και άμεση ανακούφιση από την οδύνη βρίσκονται παντού: η ζωή παρουσιάζεται ως κάτι που μπορεί να οργανωθεί, να μετρηθεί και να τεθεί υπό έλεγχο, σαν η αβεβαιότητα, η ρήξη και η απώλεια να μην ήταν εγγενείς στην ίδια την εμπειρία της ζωής.

 

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ψυχική οδύνη αντιμετωπίζεται συχνά ως δυσλειτουργία που πρέπει να διορθωθεί ή ως σύμπτωμα που πρέπει να εξαλειφθεί. Οι γενικευμένες λύσεις —ιδίως όσες κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης— αφήνουν ελάχιστο χώρο στην ιδιαιτερότητα κάθε ιστορίας και στις συνθήκες μέσα στις οποίες η οδύνη παίρνει μορφή. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτό που κάνει κάποιον να υποφέρει δεν υποχωρεί μπροστά σε αυτές τις υποσχέσεις; Η επισήμανση αυτών των πιέσεων δεν προϋποθέτει μια συνολική καταγγελία της σύγχρονης ζωής ή την εξιδανίκευση κάποιου καλύτερου παρελθόντος. Τα ίδια μέσα που διευκολύνουν τη ζωή και διευρύνουν τις δυνατότητες επιλογής μπορούν επίσης να διαμορφώνουν τους τρόπους με τους οποίους καλείται κανείς να επιθυμεί, να απολαμβάνει και να αντιμετωπίζει τη δυσφορία του. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτά είναι καλά ή κακά, αλλά πώς εγγράφονται στην ιδιαίτερη ζωή του καθενός.

 

Η ψυχοθεραπεία δεν είναι η μόνη απάντηση όταν κάποιος συναντά ένα αδιέξοδο στη ζωή του. Όπως την προσεγγίζω, προσφέρει έναν χώρο όπου ό,τι έχει γίνει δύσκολο μπορεί να περάσει στα λόγια χωρίς να περιοριστεί αμέσως σε πρόβλημα προς διόρθωση. Από αυτή την άποψη, στέκεται σε απόσταση από τη λογική της αμεσότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραβλέπεται η ανάγκη για ανακούφιση. Κάποιος έρχεται συχνά στη θεραπεία όταν κάτι έχει γίνει δυσβάσταχτο: άγχος, σωματική δυσφορία, επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα στις σχέσεις, αίσθηση στασιμότητας ή μια εμπειρία που παραμένει ακαθόριστη και δύσκολη να εκφραστεί με λόγια. Το αίτημα για ανακούφιση λαμβάνεται σοβαρά, χωρίς να θεωρείται ότι εξηγεί εξαρχής τι φέρνει κάποιον στη θεραπεία.

 

Η θεραπευτική διαδικασία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αποκατάσταση της «λειτουργικότητας» ή στην εξάλειψη του συμπτώματος. Δίνει χρόνο σε ό,τι διακυβεύεται για τον συγκεκριμένο άνθρωπο με αφορμή αυτό που τον φέρνει στη θεραπεία, καθώς και σε ό,τι επιστρέφει και επιμένει. Δεν θεωρεί ότι κάθε δυσκολία κρύβει μια αιτία προς αποκάλυψη ούτε ότι μια τελική εξήγηση μπορεί να εξαντλήσει όσα εμπλέκονται.

 

Η πρακτική μου αντλεί από την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία και τη λακανική ψυχανάλυση, όχι ως σύνολα τεχνικών, αλλά ως τρόπους προσέγγισης της ψυχικής οδύνης, της ομιλίας και της μοναδικής θέσης κάθε ανθρώπου. Η θεραπεία διαμορφώνεται κατά περίπτωση και δεν οργανώνεται γύρω από ένα προκαθορισμένο πρότυπο ψυχικής υγείας ή έναν εξωτερικό κανόνα που ορίζει εκ των προτέρων ποια μορφή ύπαρξης είναι βιώσιμη για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να έχει κατεύθυνση χωρίς να υπαγορεύει σε κάποιον πώς να ζήσει.

 

Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία στρέφει την προσοχή σε θεμελιώδεις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης —την ελευθερία, την επιλογή, την ευθύνη, την απώλεια, τη μοναξιά και το άγχος— όπως αναδύονται στην ομιλία κάθε ανθρώπου. Δεν επιβάλλονται ως θέματα ούτε χρησιμοποιούνται για να προσφέρουν καθολικές εξηγήσεις. Ερωτήματα —αντί για έτοιμες απαντήσεις— μπορούν να προκύψουν όταν κάποιος δεν καλείται πλέον να μετρά τη ζωή του με βάση μια δεδομένη αντίληψη για το πώς οφείλει να ζει.

 

Η λακανική ψυχανάλυση προσεγγίζει το σύμπτωμα όχι μόνο ως μήνυμα που περιμένει να αποκρυπτογραφηθεί, αλλά και ως ένα ιδιαίτερο δέσιμο του σώματος και της ομιλίας με έναν τρόπο ικανοποίησης που δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκην με την ευχαρίστηση. Ένα σύμπτωμα μπορεί να κάνει κάποιον να υποφέρει και ταυτόχρονα να λειτουργεί ως λύση, ακόμη κι όταν αυτή έχει γίνει δαπανηρή ή περιοριστική. Η θεραπεία δεν αποσκοπεί απλώς στην εξάλειψή του ούτε θεωρεί ότι το σύμπτωμα εξαντλείται στο νόημά του.

 

Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος υποφέρει δεν είναι αποκομμένος από την εποχή του. Η εποχή προσφέρει λέξεις, πρότυπα και αντικείμενα μέσα από τα οποία οργανώνονται οι προσδοκίες και οι τρόποι ικανοποίησης. Το σύμπτωμα, ωστόσο, δεν αποτελεί απλή αντανάκλαση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Φέρει κάτι που δεν μπορεί να γενικευθεί: τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία του, ορισμένες λέξεις και το σώμα έχουν δεθεί μεταξύ τους.

 

Η θεραπεία επιτρέπει σε κάποιον να μιλήσει στον δικό του χρόνο και με τον δικό του τρόπο. Η ομιλία δεν έρχεται μόνο εκ των υστέρων να περιγράψει μια ήδη διαμορφωμένη εμπειρία. Μπορεί να αγγίξει και να μετακινήσει κάτι από τον τρόπο με τον οποίο μια εμπειρία έχει δεθεί με το σώμα, έχει αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος και εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται. Η γνώση που μπορεί να αναδυθεί στη θεραπεία παραμένει μερική και δεν προσφέρεται από τον θεραπευτή ως έτοιμη εξήγηση. Παίρνει μορφή μέσα από την ομιλία του ανθρώπου, μερικές φορές όταν τα λόγια του λένε περισσότερα από όσα σκόπευε να πει —ή κάτι διαφορετικό. Δεν υπάρχει απαίτηση να ειπωθούν τα «σωστά» πράγματα ή να προκύψουν γρήγορα συμπεράσματα. Οι δισταγμοί, οι αντιφάσεις, οι παύσεις, οι επαναλήψεις και ό,τι αρχικά φαίνεται ασύνδετο μπορούν να βρουν τη θέση τους. Μια λέξη, μια διακοπή ή ένας απρόσμενος συνειρμός μπορεί να ανοίξει κάτι χωρίς να το κλείσει.

 

Με τον χρόνο, όσα επιμένουν ή επαναλαμβάνονται δεν εξαφανίζονται κατ’ ανάγκην· μπορεί, όμως, να μην επιβάλλονται πλέον με τον ίδιο τρόπο. Η αλλαγή δεν μπορεί να προγραμματιστεί ούτε να πάρει την ίδια μορφή για όλους· η κατεύθυνση και η έκβασή της δεν προδιαγράφονται. Μπορεί να μη συνίσταται στην εξαφάνιση της δυσκολίας, αλλά στην επινόηση ενός διαφορετικού τρόπου να ζει κανείς με ό,τι δεν μπορεί να εξαλειφθεί, ώστε να μην απαιτείται πλέον το ίδιο τίμημα.

 

Η θεραπευτική διαδικασία δεν υπόσχεται ιδανική ζωή, πλήρη αυτογνωσία, αρμονία ή απουσία δυσκολίας. Σκοπός της δεν είναι να καταστήσει ελέγξιμο ό,τι διαφεύγει. Μπορεί, ωστόσο, να ανοίξει κάποιο περιθώριο ελευθερίας ως προς τον τρόπο με τον οποίο η οδύνη και η επανάληψη έχουν οργανώσει τη ζωή κάποιου, καθώς και μια διαφορετική σχέση με τους άλλους, με τη δική του επιθυμία και με εκείνο που επιμένει χωρίς να μπορεί να εξηγηθεί πλήρως. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι λίγο.

©2026  Δρ. Ανδρέας Βασιλείου  |  ΣΕΨ, BPS, AFBPsS, RAPPS, HCPC, UKCP, FHEA

bottom of page